Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Πολυξένης Χούση: Ήλιος Ανέσπερος (Ποιήματα)

«Ζεστό, φωτεινό, μελωδικό, δώρο αγάπης».

Ομορφιές της λυρικής ποίησης σ’ ένα καλοτυπωμένο βιβλίο, ανακαλύπτει ο αναγνώστης, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Ήλιος Ανέσπερος» της Πολυξένης Χούση, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στρατή Φιλιππότη. Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί έργο του συντοπίτη της ποιήτριας, αγρινιώτη ζωγράφου, Χρήστου Μποκόρου.
Η ποιητική συλλογή «Ήλιος Ανέσπερος» αποτελεί μία από τις λίγες ευκαιρίες για απόλαυση ποίησης βαθιά ανθρώπινης, ειρηνικής, κατευναστικής, δοσμένης με γλώσσα καθαρή, χυμώδη, ρέουσα και με εικόνες μοναδικής αρτιότητας.
Πρόκειται για μια ζωντανή λυρική ιστορία, ιστορία μιας ζωντανής ψυχής και μιας άγρυπνης συνείδησης και τραγουδιέται με το να διηγηθεί κανείς τη μελωδία της, όπως έγραψε και ο μεγάλος Ισπανός λυρικός Αντώνιο Ματσάδο.
Ακολουθώντας την Πολυξένη Χούση στο ποιητικό της ταξίδι, θα νοιώσεις ψυχική ανάταση και θα βρεθείς σε πνευματικές αιθρίες. Μοιάζει η ποίηση τούτη με αναζήτηση για στέρεο έδαφος, που θα εμπιστευτείς το βάρος και την πορεία σου, τείνοντας σε υψηλές κατακτήσεις, που για να τις πλησιάσεις χρειάζεται υπέρβαση.
Ο «Ήλιος Ανέσπερος» μπορεί να χαρακτηριστεί πνοή από ζείδωρο αεράκι στη σημερινή «ταλαιπωρημένη» ποίηση. Μετατρέπει με τρόπο μαγικό, την κακή διάθεση σε πνευματική ευφορία. Νοιώθεις διαβάζοντας, να βουλιάζεις σε μια γλυκιά ανακούφιση που σε αιχμαλωτίζει και διαχέεται ως το τελευταίο κύτταρο του είναι σου.
Είναι περισσότερο από βέβαιο πως την ποιητική συλλογή «Ήλιος Ανέσπερος» δεν θα τη διαβάσεις μία μόνο φορά. Θα ‘ναι η καταφυγή σου σε αιχμηρές στιγμές της καθημερινότητας.
Εκδόσεις Φιλιππότη

Κριτική για το βιβλίο από το φιλόλογο-συγγραφέα  Χρήστο Κορέλα:
Η ποίηση της Πολυξένης Χούση έχει - όπως υποδηλώνει και ο τίτλος – το φως της ηλιοπότιστης μέρας και την αρμονική γραμμή του Αυγουστιανού δειλινού με χρώματα και ψυχικά αρώματα. Αποπνέει μια γαλήνη με το προσεκτικό μετροβάδισμα που σέβεται την πνευματική ηρεμία του αναγνώστη. Κι όταν – ανθρώπινο – μας αναμετράει με μιαν ανασεμιά μελαγχολίας, φροντίζει με την αρμονία του στίχου να μας δώσει την άνεση της δυνατότητας διαφυγής. Δεν ποντάρει στην κακότητα του συρμού. Ούτε υπεισέρχεται στις ψυχικές αναστατώσεις και τους υπαρξιακούς κατατρεγμούς. Θέλει να στήσει τους στίχους της σε μιαν ολότητα συναρμονικού πορεύματος, ώστε να δίνεται - και πιο σωστά - να μεταδίδεται η δική της αισθαντικότητα στον αναγνώστη, παρ’ ότι το υπαρξιακό στοιχείο είναι πάντα μπροστά μας, χωρίς να μας προκαλεί. Γι αυτό και μάλλον θα ξαφνιάζει τους ποιητές του αχ και βαχ και τους αναγνώστες του σκοτεινού στοχασμού.
Εδώ όλα είναι ποίηση με το χαρακτηριστικό του φωτός. Υπάρχει το φως και δεν θέλει το σκοτάδι. Εμμένει στο φως. Δεν θα την έλεγα ποίηση του ευτυχισμού. Είναι η ποίηση του προβλήματος και των καταστάσεων που ζούμε με σαφή προσανατολισμό των ψυχών προς τη χαρά της γλυκόφωτης μέρας. Και είναι συνειδητή αυτή της η κατεύθυνση. Αυτό δεν σημαίνει πως αγνοεί ή πως δεν βιώνει τις θλιβερές πραγματικότητες ή την κοσμική ερημία του όντος. Απλά δεν θέλει να περνάει από τέτοιες γειτονιές. Δεν φοβάται τα υπαρξιακά βυθίσματα. Οδοιπορεί κι από κει αλλά σε ώρες που κοιμάται η διαμαρτυρία και η εξέγερση, για να τις δίνει σε ύπνο, για να μη μας αφαιρεί την αίσθηση του φωτός, που μας μερεύει.

Αυτά γενικά. Περνάμε σε μιαν επαφή με τη στιχουργική της και τις επισημάνσεις της. Είναι ολοφάνερο πως βιώνει ως ποιήτρια το λόγο του Αριστοτέλη: Ει τις περιέλοιτο της ποιήσεως τον τε ρυθμόν και το μέλος, λόγοι γίγνονται το λοιπόμενον». Αν κανείς αφαιρέσει από την ποίηση το ρυθμό και τη μουσικότητα – την αρμονία, τον έμμελο λόγο, το υπόλοιπο είναι σκέτα λόγια. Κι αυτός ο ρυθμός κρατάει καλά τόσο στα ποιήματα της ομοιοκαταληξίας, όσο και στην ελεύθερη στιχουργία της. Έχω την εντύπωση πως θα προτιμούσε την ομοιοκαταληξία των στίχων στη γραμμή, όσο και την ανά δεύτερο στίχο, καθώς και την ανά δύο στίχους, όπως στο «άρωμα»: ζουμπούλια- τραγούδια, φθάνει- μαράνει, τα μέρη – να μου φέρει.

Διαθέτει τέχνη με χάρισμα και σεμνότητα. Δεν φωνάζει. Ψιθυρίζει. Ακούστε τη στο «χρέος» πώς μας παίζει ωραία στιχουργικά παιχνίδια με την άρπα της τραγουδώντας την ομορφιά της ποίησης απευθυνόμενη στους ποιητές: «αν βρει ουρανό να κρατηθεί και γη για να φωλιάσει – άρωμα ’λιόφερτης πνοής αναγεννά την πλάση- Ποιητές – τους ήλιους δείξετε κι αστέρια ζωγραφίστε, - τους άνεμους σωπάσετε, τους ουρανούς κρατείστε». Δεν ωραιοποιεί τίποτα. Δείχνει κι όποιος έχει μάτια βλέπει. Δέστε τώρα και τον ελεύθερο στίχο της πόσο μουσικός είναι και τί πνοές φυσάει μέσα μας. Το ποίημα «Θύμηση» : Άλλαξες είπες ουρανό. – τακτοποίησα και τις τελευταίες - εκκρεμότητες στη μνήμη μου – και κλείδωσα το αρχείο. – Σου ’δωσα τα κλειδιά – να το ανοίγεις μόνο – για να ποτίζεις το λουλούδι – χάρισμα στη γιορτή σου – Το άρωμά του και για τους δυο- θύμηση μόνη ζωντανή - μιας γιορτής που κράτησε χρόνια». Μουσικότητα, χαμηλοί τόνοι, βαθειά συναισθήματα, αξιοπρέπεια ζωής και ευγένεια πόνου! Κοιτάζει πίσω υπερβαίνοντας τον πόνο, ενώ συνομιλεί μιλώντας γαλήνια μ’ένα δάκρυ διακριτικού συγκρατημού, ένα δάκρυ μετανάστης.

Δεν θέλω ν’ αποφύγω τον πειρασμό ν’ αναφερθώ σε στίχους, ελεύθερους στίχους από το ποίημα της Πολυξένης Χούση, «έλλειμμα ουρανού». Και τούτο γιατί δείχνει πως η λατρεία του φωτός δεν αποκλείει τη μελαγχολία. Άλλο, όμως, να τσακίζεσαι καλαμιά των ανέμων κι άλλο να διασώζεις την αρμονία των στίχων με μιαν αισθαντικότητα που αιχμαλωτίζει με ανεπαίσθητο δίχτυ γλυκιάς αιχμαλωσίας.
Πάντα διαβαίνεις στενοσόκακα
μη και βρεθείς σε πλάτωμα και ξοδευτείς σ’ ανέμους …
Τεμαχισμένος ο ήλιος σώνεται…
και συ έμπορος μελλοθάνατης αχτίδας.
………………………………………
Σκήνωμα ονείρου η μέρα
λιγοστεύει το φως
και συ αόμματος θεριστής λουλουδιών...
…σε σκοτεινό πηγάδι η ελπίδα
και συ κουβαλητής ερέβους.
…………………………………………
Αγκιστρωμένος σε κατωφέρεια λιγόφωτης σελήνης….
πορεύεσαι, σε νοθευμένες άνοιξες κι άγευστα καλοκαίρια.»

Έχει θυμό –συγκρατημένο – μια πικρή μελαγχολία, από θολό ουρανό και μίζερη ψυχή. Θυμός, οίκτος και εκείνη η πικρή γεύση της πικροδάφνης. Κι αυτά με στίχο ελεύθερο υπηρετώντας σε θαυμαστές ισορροπίες τον Αριστοτελικό ρυθμό και το μέλος. Είναι η πρώτη της συλλογή, αλλ’ όχι και τα πρώτα της ποιήματα, όπως γράφει η ίδια στα βιογραφικά της και όπως είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Στην προλογική της πρόσβαση για τον αναγνώστη, γράφει: «Έτσι από παλμό σε παλμό και από στίχο σε στίχο προσπαθώ να στεγασθώ στο μέρος όπου φως και μουσική περιφρουρούν το κάλλος: Στην ποίηση. Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί φως, γιατί ρυθμός, γιατί μέλος!
Πολυξένη έχεις στεγαστεί δικαιωματικά στην ποίηση, απ’ όπου πολλοί έχουν μετακομίσει κι ας μην το φωνάζουν. Η κρίση του καιρού μας είναι γενική και κείνοι, όπως λες, «κουβαλητές ερέβους».

Δεν υπάρχουν σχόλια: